Το σύμφωνο συμβίωσης είναι ένα από τα
μείζονα θέματα που απασχόλησαν πρόσφατα την ελληνική επικαιρότητα.
Όλη αυτή η αναταραχή που δημιουργήθηκε σχετικά με την ένταξη των ετερόφυλων ζευγαριών υπό την ομπρέλα της προστασίας του νόμου βασίζεται στο ότι η εν λόγω νομική ρύθμιση επεκτείνεται σε ευαίσθητα θέματα κοινωνικής ηθικής που διχάζουν σε πολλές περιπτώσεις την κοινή γνώμη .
Είδαμε λοιπόν να παρελαύνουν και να εκθέτουν ακόμα και τις διαστρεβλωμένες και ακραίες απόψεις τους στα Μ.Μ.Ε. πολιτικά πρόσωπα, νομικοί, θρησκευτικοί ηγέτες άλλα και διαφόρων ειδών δημοσιογράφοι επικαλούμενοι ότι αναλύουν με ακρίβεια και εγκυρότητα το θέμα λόγω των δήθεν σφαιρικών και προσωπικών τους εμπειριών.
Είδαμε λοιπόν να παρελαύνουν και να εκθέτουν ακόμα και τις διαστρεβλωμένες και ακραίες απόψεις τους στα Μ.Μ.Ε. πολιτικά πρόσωπα, νομικοί, θρησκευτικοί ηγέτες άλλα και διαφόρων ειδών δημοσιογράφοι επικαλούμενοι ότι αναλύουν με ακρίβεια και εγκυρότητα το θέμα λόγω των δήθεν σφαιρικών και προσωπικών τους εμπειριών.
Από την νομική του πλευρά το σύμφωνο συμβίωσης εισήχθη στο ελληνικό δίκαιο με τον νόμο 3719/2008 που ψηφίστηκε από την Βουλή με τον τίτλο «Μεταρρυθμίσεις για την οικογένεια ,το παιδί ,την κοινωνία και άλλες διατάξεις» και τέθηκε σε πλήρη ισχύ από της 26.11.2008.Το σύμφωνο συμβίωσης έκτοτε εξυπηρετεί έναν διπλό κοινωνικό και πρακτικό σκοπό, καθώς αποτελεί είτε μια συνειδητή επιλογή των ζευγαριών είτε μια προσωρινή λύση λόγω των αναγκών που προκύπτουν από τις περιστάσεις.
Η νομική κατοχύρωση της ελεύθερης συμβίωσης ήταν καθαρά θέμα χρόνου καθώς αυτή τις τελευταίες δεκαετίες έχει απενοχοποιηθεί κοινωνικά .Σε μια μεγάλη κοινωνική μερίδα όμως επικρατούν ακόμα αναχρονιστικές αντιλήψεις που αποτελούν τροχοπέδη στην εδραίωση των θεσπισμένων νόμων.
Η ευρωπαϊκή πολιτική της Ελλάδας πρέπει να συμπίπτει και με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές πολιτικές, που ακμάζουν και εκσυγχρονίζονται.
Άλλωστε ο εκσυγχρονισμός του νομικού πλαισίου συμβάλλει στη δημιουργία πιο δίκαιων και λειτουργικών κοινωνιών και κατά συνέπεια δεν μπορεί παρά να αποτελεί προτεραιότητα των προοδευτικών πολιτικών σχηματισμών.










